Η Εθνική Εταιρεία Ψυχοθεραπείας Ελλάδος (ΕΕΨΕ) χαιρετίζει την πρωτοβουλία του Υπουργείου Υγείας να συστήσει Εθνικό Παρατηρητήριο Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας. Πρόκειται για σημαντικό βήμα για έναν χώρο που έχει αναπτυχθεί επί δεκαετίες στη χώρα μας, χωρίς να διαθέτει ακόμη ολοκληρωμένο ειδικό θεσμικό πλαίσιο. Το σχέδιο νόμου δημιουργεί την ευκαιρία να διαμορφωθούν σαφείς προδιαγραφές εκπαίδευσης και ποιότητας, προς όφελος των επαγγελματιών και, πρωτίστως, των ανθρώπων που αναζητούν ψυχοθεραπευτική φροντίδα.
Η σημασία του υπερβαίνει την οργάνωση ενός επαγγελματικού πεδίου. Η ποιότητα της ψυχοθεραπείας συνδέεται με την ασφάλεια των θεραπευομένων, την αντιμετώπιση του ψυχικού πόνου και την εμπιστοσύνη των πολιτών στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Ένα κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο μπορεί να αναγνωρίσει τις ουσιαστικές απαιτήσεις της ψυχοθεραπευτικής εκπαίδευσης και να θέσει κοινά πρότυπα ποιότητας, σεβόμενο την πολυμορφία των επιστημονικά τεκμηριωμένων προσεγγίσεων.
Εκτιμώντας το νομοσχέδιο ως σημαντικό, καταθέτουμε μετά από προσεκτική μελέτη τις ακόλουθες επισημάνσεις. Σκοπός μας είναι να συμβάλουμε στη σαφήνεια και την αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων, καθώς και στη δίκαιη μετάβαση προς το νέο πλαίσιο. Η ΕΕΨΕ επιθυμεί να συνεργαστεί με την Πολιτεία και τους άλλους φορείς του πεδίου, ώστε η θεσμοθέτηση να στηριχθεί στη συσσωρευμένη επιστημονική και κλινική εμπειρία και να υπηρετήσει ουσιαστικά τη δημόσια ψυχική υγεία.
1. Το Παρατηρητήριο αποτελεί αφετηρία της θεσμοθέτησης
Η σύσταση του Παρατηρητηρίου στα άρθρα 31 και 32 είναι μια θετική εξέλιξη. Πρέπει, ωστόσο, να είναι σαφές τι επιτυγχάνει στο παρόν στάδιο: ιδρύει ένα επιστημονικό, συμβουλευτικό και γνωμοδοτικό όργανο, το οποίο θα υποβάλει εισηγήσεις για τις προϋποθέσεις άσκησης της ψυχοθεραπείας, τα τελικά κριτήρια εκπαίδευσης και τη διαδικασία αναγνώρισης των υφιστάμενων κέντρων και όσων ήδη εκπαιδεύονται ή εκπαιδεύτηκαν και ασκούν ψυχοθεραπεία.
Η ΕΕΨΕ θεωρεί αναγκαίο ο νόμος να θέσει από τώρα κάποιες βασικές εγγυήσεις και ένα σαφές χρονοδιάγραμμα. Τα ειδικότερα κριτήρια μπορούν στη συνέχεια να διαμορφωθούν με τεκμηριωμένη εισήγηση του Παρατηρητηρίου, ουσιαστική διαβούλευση και την προβλεπόμενη συμμετοχή του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας (ΚΕΣΥ). Έτσι θα αποφευχθούν πρόχειρες λύσεις, χωρίς να παραταθεί επ’ αόριστον η σημερινή αβεβαιότητα.
2. Άρθρο 31 – Σύνθεση και ανεξαρτησία του Παρατηρητηρίου
Το Παρατηρητήριο θα εισηγείται για ζητήματα που διαμορφώνουν το μέλλον ολόκληρου του πεδίου: τίτλους, προγράμματα εκπαίδευσης, προσόντα εκπαιδευτών και αναγνώριση εκπαιδευτικών κέντρων. Η γενική προϋπόθεση των μελών να έχουν επιστημονική κατάρτιση και επαγγελματική εμπειρία στον τομέα της ψυχικής υγείας δεν διασφαλίζει από μόνη της την ειδική γνώση της ψυχοθεραπευτικής εκπαίδευσης και πράξης.
Προτείνουμε να προσδιοριστεί ακριβέστερα η σύνθεση του οργάνου, ώστε να συμμετέχουν οπωσδήποτε και εκπρόσωποι της ψυχοθεραπείας και της συμβουλευτικής ψυχικής υγείας με αποδεδειγμένη επιστημονική κατάρτιση και επαγγελματική εμπειρία στον τομέα της ψυχοθεραπείας και της συμβουλευτικής ψυχικής υγείας. Ο ορισμός των μελών πρέπει να στηρίζεται σε δημοσιευμένα κριτήρια.
3. Άρθρο 32 – Αρχές για την εκπαίδευση και την αξιολόγηση
Η ψυχοθεραπεία είναι εξειδικευμένη θεραπευτική δραστηριότητα. Η εκπαίδευση του ψυχοθεραπευτή δεν εξαντλείται στην απόκτηση θεωρητικών γνώσεων, στην παρακολούθηση σύντομων σεμιναρίων ή στην κατοχή ενός βασικού ακαδημαϊκού τίτλου. Προϋποθέτει βασικό πτυχίο ιατρο-ψυχο-κοινωνικών σπουδών και περιλαμβάνει μακρόχρονη θεωρητική και μεθοδολογική κατάρτιση, βιωματική εκπαίδευση, προσωπική θεραπευτική εργασία, εποπτευόμενη κλινική πρακτική και σαφή δεοντολογική δέσμευση.
Η διάρκεια, το περιεχόμενο και η επιστημονική επάρκεια των διδασκόντων, πρέπει να εξειδικευθούν ύστερα από επιστημονική επεξεργασία, με αναφορά στα ευρωπαϊκά πρότυπα, όπως της EAP, και με σεβασμό στις ιδιαιτερότητες των διαφορετικών προσεγγίσεων. Τα κοινά κριτήρια ποιότητας δεν πρέπει να μετατραπούν σε επιβολή ενός και μόνο θεωρητικού ή εκπαιδευτικού μοντέλου, αλλά, αντιθέτως, να αξιοποιούν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο εύρος της ψυχοθεραπευτικής ποικιλομορφίας.
Η ψυχοθεραπεία και η συμβουλευτική ψυχικής υγείας χρειάζονται σαφή προσδιορισμό του αντικειμένου, των εκπαιδευτικών προϋποθέσεων και των ορίων επάρκειας κάθε πεδίου. Ειδική πρόβλεψη χρειάζεται για την ψυχοθεραπεία παιδιών και εφήβων, όπου η εκπαίδευση και η εποπτεία πρέπει να ανταποκρίνονται στις ιδιαίτερες αναπτυξιακές ανάγκες των ανηλίκων.
4. Άρθρα 32 και 51 – Αναγνώριση των εκπαιδευτικών κέντρων
Η διάταξη του άρθρου 51 για αναγνώριση καταλληλότητας εκπαιδευτικών κέντρων είναι κρίσιμη για την εφαρμογή των εισηγήσεων του άρθρου 32. Η αναφορά σε «κρατικά αναγνωρισμένους φορείς» χρειάζεται, όμως, αποσαφήνιση: δεν έχει έως σήμερα θεσπιστεί ειδική διαδικασία κρατικής αναγνώρισης των κέντρων ψυχοθεραπευτικής εκπαίδευσης ως τέτοιων. Εάν η προηγούμενη κρατική αναγνώριση αποτελέσει προϋπόθεση ακόμη και για την υποβολή αίτησης αξιολόγησης, οι υφιστάμενοι φορείς μπορεί να βρεθούν μπροστά σε ένα αδιέξοδο που δεν δημιούργησαν οι ίδιοι.
Η ΕΕΨΕ ζητά, ως μεταβατική κατάσταση, να προβλεφθεί διαδικασία μέσω της οποίας υφιστάμενα δημόσια και ιδιωτικά κέντρα, ανεξάρτητα από τη νομική τους μορφή, θα μπορούν να υποβάλουν αίτηση με τα απαραίτητα στοιχεία, ώστε να αξιολογηθούν. Η κρίση θα πρέπει να αφορά την επιστημονική ποιότητα του προγράμματος, τα προσόντα εκπαιδευτών και εποπτών, την κλινική άσκηση, τη δεοντολογία, τη διαφάνεια προς τους εκπαιδευόμενους και τη λειτουργία του φορέα, τα οποία θα πρέπει να συνάδουν με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά πρότυπα ( EAP). Η αναγνώριση δεν πρέπει να είναι αυτόματη, αλλά ούτε να αποκλείεται εκ των προτέρων λόγω της απουσίας ειδικής άδειας που δεν προβλεπόταν μέχρι σήμερα.
Η απόφαση αναγνώρισης ή άρσης της καταλληλότητας πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Πριν από δυσμενή κρίση πρέπει να παρέχεται δυνατότητα ακρόασης και, όπου οι ελλείψεις μπορούν να διορθωθούν χωρίς κίνδυνο για τους εκπαιδευόμενους ή τους λήπτες υπηρεσιών, εύλογη προθεσμία συμμόρφωσης.
Οπότε, κρίνουμε απαραίτητο να συμπεριληφθούν στο νομοσχέδιο σαφείς μεταβατικές διατάξεις για τους φορείς ψυχοθεραπευτικής εκπαίδευσης, τους εκπαιδευόμενους, τους αποφοίτους και ήδη ασκούντες.
5. Διακριτοί ρόλοι του Συλλόγου Ψυχολόγων και του Παρατηρητηρίου
Ο υπό σύσταση Πανελλήνιος Σύλλογος Ψυχολόγων έχει σημαντικό ρόλο στην προαγωγή της επιστήμης και του επαγγέλματος του ψυχολόγου. Η ψυχοθεραπεία, όμως, αναπτύχθηκε ως διεπιστημονικό πεδίο και δεν ταυτίζεται με το βασικό πτυχίο ή τις αρμοδιότητες ενός μόνο επαγγέλματος (και δη του ψυχολόγου).
Για τον λόγο αυτό, οι αρμοδιότητες του Συλλόγου στο άρθρο 4 για συνεχιζόμενη κατάρτιση και εισηγήσεις σχετικά με ειδικότητες ψυχολόγων πρέπει να εφαρμόζονται χωρίς να εμπλέκονται με την ειδική διαδικασία διαμόρφωσης του πλαισίου ψυχοθεραπείας. Η δυνατότητα του Συλλόγου να λειτουργεί Κέντρο Διά Βίου Μάθησης για την επιστημονική εξέλιξη των ψυχολόγων να καταστεί σαφές ότι αφορά αποκλειστικά θέματα ψυχολογίας (και όχι ψυχοθεραπείας).
6. Άρθρα 23 και 25 – Επαγγελματικά δικαιώματα και σαφήνεια των τίτλων
Το άρθρο 23 παραπέμπει τον καθορισμό των επαγγελματικών δικαιωμάτων των ψυχολόγων σε μελλοντικό προεδρικό διάταγμα και στο άρθρο 25 γίνεται αναφορά στην προστασία του επαγγελματικού τίτλου του ψυχολόγου. Ζητούμε να αποσαφηνιστεί ότι η ιδιότητα ή ο τίτλος του ψυχοθεραπευτή δεν ταυτίζονται αυτοδικαίως με την ιδιότητα ή τον τίτλο του ψυχολόγου, καθώς έχουν διαφορετική επιστημονική και επαγγελματική διαδρομή και να γίνει σαφής διάκριση μεταξύ:
α) των πράξεων που επιφυλάσσονται, με ειδική αιτιολόγηση, στους κατόχους άδειας ψυχολόγου και
β) της ψυχοθεραπείας ως πεδίου στο οποίο απαιτείται ιδιαίτερη εκπαίδευση και στο οποίο δραστηριοποιούνται επαγγελματίες διαφορετικών επιστημονικών διαδρομών.
7. Σαφές μεταβατικό καθεστώς
Οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 28 αφορούν τον νέο Σύλλογο Ψυχολόγων. Δεν προβλέπεται αντίστοιχο καθεστώς για τους φορείς ψυχοθεραπευτικής εκπαίδευσης, τους εκπαιδευόμενους, τους αποφοίτους και τους ήδη ασκούντες. Η αναφορά σε «κρατικά αναγνωρισμένους φορείς» στα άρθρα 32 και 51χρειάζεται, όμως, αποσαφήνιση: δεν έχει έως σήμερα θεσπιστεί ειδική διαδικασία κρατικής αναγνώρισης των κέντρων ψυχοθεραπευτικής εκπαίδευσης ως τέτοιων. Εάν η προηγούμενη κρατική αναγνώριση αποτελέσει προϋπόθεση ακόμη και για την υποβολή αίτησης αξιολόγησης, οι υφιστάμενοι φορείς μπορεί να βρεθούν μπροστά σε ένα αδιέξοδο που δεν δημιούργησαν οι ίδιοι.
Όπως προαναφέρθηκε, χρειάζεται να προβλεφθεί ρητά διαδικασία μέσω της οποίας δημόσια και ιδιωτικά κέντρα, ανεξάρτητα από τη νομική τους μορφή, θα μπορούν να υποβάλουν αίτηση με τα απαραίτητα στοιχεία, ώστε να αξιολογηθούν. Η κρίση θα πρέπει να αφορά την πραγματική ποιότητα του προγράμματος, τα προσόντα εκπαιδευτών και εποπτών, την κλινική άσκηση, τη δεοντολογία, τη διαφάνεια προς τους εκπαιδευόμενους και τη λειτουργία του φορέα, τα οποία θα πρέπει να συνάδουν με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά πρότυπα ( EAP). Η αναγνώριση δεν πρέπει να είναι αυτόματη, αλλά ούτε να αποκλείεται εκ των προτέρων λόγω της απουσίας ειδικής άδειας που δεν προβλεπόταν μέχρι σήμερα.
Η απόφαση αναγνώρισης ή άρσης της καταλληλότητας πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Πριν από δυσμενή κρίση πρέπει να παρέχεται δυνατότητα ακρόασης και, όπου οι ελλείψεις μπορούν να διορθωθούν χωρίς κίνδυνο για τους εκπαιδευόμενους ή τους λήπτες υπηρεσιών, εύλογη προθεσμία συμμόρφωσης.
Πρέπει να υπάρχουν σαφείς μεταβατικές διατάξεις για τους φορείς ψυχοθεραπευτικής εκπαίδευσης, τους εκπαιδευόμενους, τους αποφοίτους και ήδη ασκούντες.
Προτείνουμε να προστεθεί αυτοτελής μεταβατική διάταξη που θα προβλέπει:
1. καταγραφή των υφιστάμενων φορέων και προγραμμάτων και δυνατότητα υποβολής φακέλου αξιολόγησης, ανεξάρτητα από τη νομική τους μορφή (ΟΧΙ μόνο ΚΔΒΜ τα οποία αφορούν κυρίως εκπαιδεύσεις αρμοδιότητας Υπουργείου Παιδείας)
2. συνέχιση των εν εξελίξει προγραμμάτων κατά τη μεταβατική περίοδο, με τήρηση της λοιπής ισχύουσας νομοθεσίας και των κανόνων προστασίας των εκπαιδευομένων
3. ατομική αξιολόγηση της εκπαίδευσης που έχει ήδη ολοκληρωθεί ή βρίσκεται σε εξέλιξη, με βάση το περιεχόμενο, την εποπτεία, την προσωπική θεραπευτική εργασία και την κλινική εμπειρία
4. δυνατότητα συμπλήρωσης συγκεκριμένων ελλείψεων αντί αυτοδίκαιου αποκλεισμού
5. εύλογη περίοδο προσαρμογής, η οποία θα αρχίζει από τη δημοσίευση των ειδικών κριτηρίων και της διαδικασίας αξιολόγησης.
Η μεταβατική προστασία δεν σημαίνει ότι κάθε πρόγραμμα αναγνωρίζεται χωρίς έλεγχο. Σημαίνει ότι κανείς δεν κρίνεται αναδρομικά με αδημοσίευτες απαιτήσεις και ότι η Πολιτεία δίνει πραγματική δυνατότητα αξιολόγησης και προσαρμογής.
8. Διαφάνεια των εκπαιδευτικών τίτλων
Μέχρι να θεσπιστούν κρατικοί τίτλοι ή πιστοποιήσεις, οι φορείς πρέπει να ενημερώνουν με ακρίβεια τους εκπαιδευόμενους για τη φύση των βεβαιώσεων που χορηγούν. Μια βεβαίωση ολοκλήρωσης ιδιωτικού εκπαιδευτικού προγράμματος τεκμηριώνει την εκπαίδευση που πραγματοποιήθηκε· δεν αποτελεί από μόνη της κρατικό τίτλο ειδικότητας ούτε παρέχει αυτοτελώς επαγγελματικά δικαιώματα.
Ζητούμε να προβλεφθεί μελλοντική διαδικασία ουσιαστικής αξιολόγησης αυτής της εκπαίδευσης, ώστε να μη χαθεί η εκπαιδευτική διαδρομή όσων έχουν ήδη αποφοιτήσει. Παράλληλα, πρέπει να αποτρέπεται η χρήση όρων που παρουσιάζουν παραπλανητικά ένα πρόγραμμα ως πανεπιστημιακό τίτλο ή ως ήδη αναγνωρισμένη κρατική ειδικότητα. Έτσι προστατεύονται οι εκπαιδευόμενοι και διακρίνονται οι φορείς με σοβαρή, διαφανή εκπαιδευτική λειτουργία.
Υ.Γ. Ενδέχεται οι θέσεις αυτές να τροποποιηθούν σε κάποια σημεία μετά την Έκτακτη Γενική Συνέλευση της ΕΕΨΕ στις 25.10.26.
Το Διοικητικό Συμβούλιο της Εθνικής Εταιρείας Ψυχοθεραπείας Ελλάδος:
Η Πρόεδρος: Δρ. Τσαμπίκα Μπαφίτη
Η Αντιπρόεδρος Α΄: Δέσποινα Μπάλλιου
Ο Αντιπρόεδρος Β΄: Δρ. Στέλιος Κρασανάκης
Το Μέλος – Ειδ. Αντιπρόσωπος διασύνδεσης με ΕΑΡ: Δρ. Πάνος Ασημάκης
Η Γραμματέας: Βιργινία Ιωαννίδου
Η Ταμίας: Δρ. Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου
Το Μέλος: Δρ. Ιωάννα Κουστένη